Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Η γιαγιά υφάντρια..








Μέσ’ στα μισογκρεμισμένα παλιά μας σπίτια
με τα χορταριασμένα πελέκια στην αυλόπορτα
τους λειχιασμένους γέρικους τοίχους ζουν οι ιστορίες των ανθρώπων
που πέρασαν
αχνά σαν φαντάσματα και σβήστηκαν στον χρόνο.
Σαν γέρικους παππούδες και γιαγιάδες
λυγισμένοι στα μπαστουνάκια τους
από το βάρος των αιώνων που τα κατοίκησαν
ανασαίνουν την ελευθερία της ερημιάς τώρα πια

Το παλιό τζάκι με τις χαλασμένες παραστιές
μεσ’ τη στάχτη του χρόνου από αιώνες
και την κλωστή της μνήμης να ανασύρει
τους γέρους πατεράδες και τους παππούδες αμίλητους -
βυθισμένους στο κρασί,τα παλιά βιβλία, το Ρωτόκριτο.
Και τη γιαγιά υφάντρα μες τον αργαλειό της
να ξεϋφαίνει τον καιρό και τις μνήμες των ανθρώπων
Και τα βράδια,καθισμένοι στις πέτρινους πεζούλες
δίπλα στην αφτούμενη παραστιά να απαγγέλλει
στίχο-στίχο το Ρωτόκριτο ο Κορνάρος.
Την ιστορία του Χαρίδημου του κρητικού παλικαριού
που σκότωσε τη Λυγερή σαν βγήκε για κυνήγι…

‘’’ Κ’ ήβαλε μες το λογισμό να ζει να τση δουλεύγει
και με τα δώρα της αντρειάς να την-ε κανισκεύγει ..
κ’ εκείνα οπού του δίδασι πλέρωμα της αντρειάς του
επήγαινε κ’ εκρέμνα τα στο μνήμα τση Κεράς του ...’’
Και ξυπνούσανε οι κοιμώμενοι νεκροί μας
και κάθιζαν δίπλα στην παραστιά με τα εγγόνια και τα παιδιά τους
ήσυχοι
να ακούσουν κι εκείνοι τα κατορθώματα του Χαρίδημου,
μα περισσότερο τα δικά μας με μια βαθιά λύπη στα μάτια,
ήσυχοι και θλιμμένοι -καθώς ταιριάζει στον θάνατο-
προσμένοντας καρτερικά το μερτικό τους από το ξέτελο της μέρας
για να επιστρέψουν γεμάτοι, με τα δώρα
μιαν ακόμα φορά
στον ωκεανό της λήθης και του θανάτου.

Μια υφαντή πατανία χώριζε το σπίτι στα δυο
και τα βράδια ακουγόταν μουγκρητά από τα βούγια
που κείτονταν πίσω από τη υφαντή πατανία.
Και ζωντάνευε ο Μινώταυρος κι έσκιζε με τα κέρατα του
τη κόκκινη φαντή πατανία - κι έμπαινε στο σπίτι και ζητούσε αίμα
και σάρκες να χορτάσει τη πείνα του.

Και εγώ μικιό κοπέλι κουβαριασμένο στον παλιό οντά
πάνω στη πλάτη του Μινώταυρου
να σαρκώνω τον μυθικό Θησέα με το σπαθί,
μια κόκκινη θάλασσα, ένα καράβι,
τον Χαρίδημο και τη Λυγερή,
το ξεχασμένο γειτονόπουλο που χε πνιγεί στο όνειρο
δώδεκα χρονώ, σε ένα παλιό πηγάδι όξω απ’ το χωριό,
σαστισμένο από τις γιαγιάδες που λιβάνιζαν ολημερίς τα σόχωρα
να ξορκίσουν το θάνατο - να μην έρχεται στα όνειρα και τα σπίτια του χωριού.
Το μούργο, τον σταχτί σκύλο που ‘χε ο πατέρας δεμένο
δίπλα στην αυλόπορτα
να σέρνει το σκοινί της μοναξιά του και να κουβεντιάζει ολονυχτίς
με το πνιγμένο γειτονόπουλο.
Και η θάλασσα να βάφει τα όνειρα,το Χαρίδημο,
και τους πολεμιστές να κονταροχτυπιούνται βαμμένοι στο αίμα .
Τον μούργο που γάβγιζε τα κύματα με τον πνιγμένο να βουτά
και να χάνεται μέσ΄ την αγκαλιά της με οικεία αγάπη,
σαν στης μάνα του που χάθηκε μια νύχτα στο τρελάδικο.
Και συνεχίζω να ταξιδεύω μέσα στη κατακόκκινη θάλασσα,
τα παλιά χαλάσματα,
τον Μινώταυρο,τους παππούδες και τις γιαγιάδες,
το μούργο να γαβγίζει ακατανόητα ακόμα,
με τον πνιγμένο να γελά και να παίζει -
πότε με τη θάλασσα και τα μπλαβιά χρώματα της ανατολής -
και πότε να τυλίγεται με τη τη σκοροφαγωμένη χλαίνη
που τον τύλιξε ο πατέρας
σαν τον έβγαλαν από το πηγάδι,
μπας και διώξει τον θάνατο από τα μάτια των γυναικών.
Και στάθηκα στην κουπαστή και ερχόταν τα κύματα
και ξέπλυναν τα όνειρα
και φανερώθηκε η λήθη,
ένα σύννεφο σκόνης που σκέπασε το παλιό σπίτι
και τις ιστορίες των ανθρώπων .

Και βρέθηκα γέρος πια, καθισμένος
στο παλιό χορταριασμένο πελέκι της αυλόπορτας,
που ακόμα εκεί, ανασύρει με το χρόνο
τα μυστήρια και τα έργα των ανθρώπων.
Και έρχεται η γιαγιά υφάντρα που ξεΰφαινε τις μνήμες των ανθρώπων
και με παίρνει από το χέρι.
Και βρέθηκα σε ένα μεγάλο αλώνι με γύρω γύρω
καθισμένες χιλιάδες σκιές
με κούπες στο χέρι να πίνουν τη κόκκινη θάλασσα
και το μπλαβιό τσ ’ανατολής.
Και παραδίπλα ο μούργος, τα βούγια, ο πνιγμένος
τυλιγμένος ακόμα στη χλαίνη του πατέρα -
και ο Κορνάρος να απαγγέλλει, ακατανόητα τα έργα των ανθρώπων.
Κι έρχεται η γριά υφάντρια και μου λέει ψιθυριστά στο αυτί ..

Ό,τι κτίζαμε εδώ και αιώνες δεν τελειώνει ποτέ ..

Χέρια απλωμένα στο πουθενά -μέσα από μυστικά περάσματα
με το συναπάντημα δυο κόσμων.
Έτσι ,για να αγγίξουμε το ακατανόητο που πλάθαμε τόσα χρόνια εντός μας .
Και χάθηκα οριστικά τούτη τη φορά μέσα στη σκόνη του χρόνου
που είχε πλακώσει το παλιό σπίτι και τις μνήμες των ανθρώπων.
Ηρακλης Αντωνογιαννακης .

Δεν υπάρχουν σχόλια: