Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Του Μπολώζη η ταβέρνα ..

Του Μπολώζη η ταβέρνα ..
Σαπούνι μυρωδάτο - αγνό λαδάκι το θεού ..
Πράσινο σαπούνι ..Κυρά μου ..
Αγοράζω φέτσες – φετσόλαδα -λάδια από τα τηγάνια σας ..
Πέντε κιλά φετσόλαδα ένα κιλό σαπούνι ..
Ασκορδουλάκους , κότες , αυγά ,ελιές και ότι έχετε για πούλημα ..
Αγοράζω και πουλώ και την ψυχή σας ..
Για περάστε εδώ η καλή πραμάτεια ..

Με ένα αυτοσχέδιο καρότσι ,δυο τρεις ντενεκές για τα φετσόλαδα
μερικά κιλά σαπούνι -δυο τρεις κότες να κρέμονται από το καρότσι
και ένα σμήνος να πλέκει γύρω του
- πότε να ανεβαίνει ψηλά και να χάνεται
και πότε να ανοίγει σύννεφο , να πιάνει τα μαγαζιά
και τις αυλές των σπιτιών…
Κανείς δεν γνώριζε αν ήταν πεταλούδες
μέλισσες η κάτι άλλο .
Ένα ακαθόριστο σμήνος .

Ψηλός ,ξερακιανός ,με παντελόνι καμπάνα που παράσερνε τον δρόμο
με τον πάσπαρο -
ένα καφέ πουκάμισο -πριν χρόνια άσπρο
σαν τα μαλλιά του που γυάλιζαν
αλειμμένα μπριγιαντίνη απ’ τη φέτσα που κουβαλούσε .
Ένα σακάκι που κρεμόταν πάνω του με μπαταρισμένους γιακάδες
με τσέπες που έχασκαν σαν πεινασμένα ουράνια στόματα
καρτερικά προσμένοντας να ξεπεινάσουν από γήινο άρτο.
Ένα κομπολόι να κρέμονται στις άκρες του
δυο τρεις κεχριμπαρένιες χάντρες - ορφανές -
να ονειρεύονται
το χάδι μερακλήδων σε αλλοτινούς καιρούς …
Με περισσότερο ποτισμένο λάδι πάνω του
από τους ντενεκέδες στο καρότσι
περιδιαβαίνει
τον κόσμο του ονείρου -και πότε της πραγματικότητας σαν το σμήνος του .

Και όταν ξ έμενε από πραμάτεια, αγόραζε από το μπακάλη
πέντε -και πουλούσε τέσσερα ..
-Έτσι για να κινείτε το χρήμα καθώς έλεγε-

Τα άσπρα από τη σκόνη του δρόμου παπούτσια του
στραβοπατημένα να χάσκουν - οι αναμνήσεις της ζωής του -
εξαργυρωμένες στο τραπέζι του καφενέ
κομμάτι -κομμάτι στην πράσινη τσόχα …

Μια δεκάδα κιβώτια μπύρες , πεντάρια ρακή ,
δυο τρεις ασκούς κρασί , δέκα κιλά μεζέδες - στο παλιό κασετόφωνο Καζαντζίδης
και δυο πράσινες τσόχες - και άνοιξε την ταβέρνα ..
Το καρότσι με τους ντενεκέδες περίμεναν καρτερικά στην αυλή .
Πούλησε την πραμάτεια του - τέσσερις μέρες -
εβδομήντα οχτώ χιλιάδες ,διακόσιες είκοσι δραχμές είσπραξη
και την Πέμπτη, στη πράσινη ερωμένη ταπί και με χρωστούμενα ..

Ξημέρωμα μόνος , ταπί και άφραγκος .
Και στο κασετόφωνο ο Στελάρας …
‘’Το μερτικό μου απ τη χαρά μου το’χουν πάρει άλλοι’’ …
Ρίχνει ένα ζεϊμπέκικο κοιτάζοντας το έρμο καπηλειό ..
Βγαίνει ,χαϊδεύει στοργικά τα χερούλια από το καρότσι -
παλιά του ερωμένη ,
ρίχνει μια τελευταία ματιά στο σπίτι και μονολογεί φεύγοντας …
Ταβέρνα μου πως σ’ έκλεισα. ..


Ηρακλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: